αραιώνω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- μεγαλώνω τα διαστήματα σε πράγματα που είναι τοποθετημένα σε σειρά
- κάνω κάποιο υγρό λιγότερο πυκνό, αντών. πυκνώνω
- περιορίζω τη συχνότητα, μειώνω
- λιγοστεύω, ελαχιστοποιώ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀραι(ῶ) < ἀραιός.
Παράγωγα
αραίωμα, αραίωση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αραιώνω», σ. 114. https://navalhistory.gr/lexiko/αραιωνω/