navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αραδιάζω

αραδιάζω

ρ. [μετβ.]

  1. απλώνω τα πράγματα σε σειρά
  2. εκθέτω, τοποθετώ
  3. (μτφ.) διηγούμαι με λεπτομέρειες, απαριθμώ
  4. (ειδικότ.) γεννώ πολλά παιδιά.

Ετυμολογία

< αράδα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αραδιάζω», σ. 114. https://navalhistory.gr/lexiko/αραδιαζω/