απρόσιτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός [συνήθως για τόπο] που δεν είναι εύκολο να τον πλησιάσει κανένας, απροσέγγιστος
- [για πρόσωπα] αυτός/ -ή που εμφανίζει αντικοινωνική συμπεριφορά, ο απλησίαστος
- αυτός που είναι εμπορευματικά δυσκολοαπόκτητος ίσως γιατί είναι πανάκριβος.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀπρόσιτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απρόσιτος», σ. 113. https://navalhistory.gr/lexiko/απροσιτοσ/