απόσπασμα
το, ουσ.
- τμήμα ενός συνόλου που αποκόπτεται απ’ αυτό
- κομμάτι γραπτού κειμένου που αντιγράφεται και επικολλάται σε άλλο σύγγραμμα
- στρατιωτική μονάδα που έχει ειδική αποστολή.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπόσπασμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόσπασμα», σ. 110. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσπασμα/