αποσκευή
η, ουσ.
ειδική συσκευασία χρήσιμη για εκείνον που ταξιδεύει, βαλίτσα, σάκος, μπαγάζια.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀποσκευή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποσκευή», σ. 110. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσκευη/