απορροφώ
ρ. [μετβ.]
- ρουφώ κάτι
- (μτφ.) απασχολώ
- αφομοιώνω
- (μέσ.) αφοσιώνομαι σε κάτι.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπορροφῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απορροφώ», σ. 110. https://navalhistory.gr/lexiko/απορροφω/