navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απορροφώ

απορροφώ

ρ. [μετβ.]

  1. ρουφώ κάτι
  2. (μτφ.) απασχολώ
  3. αφομοιώνω
  4. (μέσ.) αφοσιώνομαι σε κάτι.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀπορροφῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απορροφώ», σ. 110. https://navalhistory.gr/lexiko/απορροφω/