απόνερα
Και: απονέρια
τα, ουσ.
- τα ακάθαρτα νερά που μένουν κυρίως μετά το πλύσιμο
- τα υγρά απόβλητα
- τα αφρίζοντα νερά που δημιουργούνται από τη φτερωτή του άξονα ενός μηχανοκίνητου σκάφους καθώς διασχίζει τη θάλασσα
- (μτφ.) τα δυσάρεστα επακόλουθα.
Ετυμολογία
< από + νερά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόνερα και απονέρια», σ. 109. https://navalhistory.gr/lexiko/απονερα-και-απονερια/