απόκλιση
η, ουσ.
- η παρέκκλιση από μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, η κλίση προς τα πάνω, προς τα κάτω ή προς τα πλάγια, κλίση, ροπή
- διαφορά που εμφανίζεται: α) σε μια πορεία, σε μια εξέλιξη, σε σχέση πάντοτε με τον αρχικό σχεδιασμό ή με τον τελικό στόχο, β) (βιολ.) σε σχέση με αυτό που θεωρείται ως κανονικό ή φυσιολογικό, ανωμαλία
- (φρ.) «απόκλιση πυξίδας», η γωνία που σχηματίζεται μεταξύ του μαγνητικού και του γεωγραφικού μεσημβρινού, «απόκλιση μαγνητική / ετήσια / σελήνης / αστέρα».
Ετυμολογία
< αρχ. ἀποκλίνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόκλιση», σσ. 107-108. https://navalhistory.gr/lexiko/αποκλιση/