navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αποθαλασσώνω

αποθαλασσώνω

ρ. [μετβ.]

  1. για υδροπλάνο που ανυψώνεται από την επιφάνεια της θάλασσας, αντών. προσθαλασσώνω
  2. (μτφ.) αποτυγχάνω σε κάτι που προσπαθώ, τα κάνω θάλασσα.

Ετυμολογία

< από + θάλασσ(α) + -ώνω.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποθαλασσώνω», σ. 106. https://navalhistory.gr/lexiko/αποθαλασσωνω/