αποθάλασσα
επίρρ.
απάνεμα, η θαλασσινή ηρεμία μετά τη θαλασσοταραχή, χωρίς φουσκοθαλασσιά, αντών. φουσκοθαλασσιά.
Ετυμολογία
< από + θάλασσα.
Παράγωγα
αποθαλασσιά, αποθαλασσώνω.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποθάλασσα», σ. 106. https://navalhistory.gr/lexiko/αποθαλασσα/