απειθαρχία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
η έλλειψη πειθαρχίας σε ανώτερους ή σε κανόνες, ανυπακοή, απείθεια.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπειθαρχία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απειθαρχία», σ. 103. https://navalhistory.gr/lexiko/απειθαρχια/