απαίρω
ρ. [μετβ.]
σαλπάρω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπαίρω, [= (μετβ.) 1. σηκώνω, εγείρω, παίρνω, απομακρύνω από, 2. οδηγώ στρατιωτική δύναμη του ναυτικού ή του στρατού ξηράς, (αμετβ.) αποπλέω ή απέρχομαι, αναχωρώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απαίρω», σ. 102. https://navalhistory.gr/lexiko/απαιρω/