navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άοπλος και άνοπλος

άοπλος

Και: άνοπλος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν φέρει όπλο
  2. (αρχ. για πλοία) αυτό που δεν είναι κατάλληλα εφοδιασμένο με ξάρτια, δηλ. με διάφορα είδη σκοινιών που συγκρατούν τα κατάρτια και τα πανιά του ιστιοφόρου.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄοπλος.

Επιρρήματα

άοπλα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άοπλος και άνοπλος», σ. 102. https://navalhistory.gr/lexiko/αοπλοσ-και-ανοπλοσ/