ανυπόγραφος
-η, -ο, επίθ.
βιβλίο, άρθρο ή οποιοδήποτε άλλο κείμενο που δεν φέρει την υπογραφή του συντάκτη του, αντών. ενυπόγραφος, υπογεγραμμένος.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀνυπόγραφος.
Επιρρήματα
ανυπόγραφα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανυπόγραφος», σ. 100. https://navalhistory.gr/lexiko/ανυπογραφοσ/