navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αντοχή

αντοχή

η, ουσ.

  1. η δύναμη αντίστασης που προβάλλει κάποιος μπροστά σε καθετί το επικίνδυνο και καταστροφικό
  2. η φυσική δύναμη που επιδεικνύει κάποιος απέναντι σε ψυχικές και σωματικές καταπονήσεις.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀντέχω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντοχή», σ. 100. https://navalhistory.gr/lexiko/αντοχη/