αντοχή
η, ουσ.
- η δύναμη αντίστασης που προβάλλει κάποιος μπροστά σε καθετί το επικίνδυνο και καταστροφικό
- η φυσική δύναμη που επιδεικνύει κάποιος απέναντι σε ψυχικές και σωματικές καταπονήσεις.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀντέχω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντοχή», σ. 100. https://navalhistory.gr/lexiko/αντοχη/