navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άντλος

άντλος

ο, ουσ.

  1. το κοίλο μέρος του πλοίου όπου κατακάθονται τα βρομόνερα, λατιν. sentina
  2. το ακάθαρτο νερό που συγκεντρώνεται στο κύτος του πλοίου
  3. (μτφ.) συσσώρευση προβλημάτων, δυσχερειών
  4. η θάλασσα, (φρ.) «ἐν ἄντλῳ τιθέναι», ρίχνω στη θάλασσα
  5. (αρχ.) είδος μηχανής που παρήγε υδραυλική πίεση για να χύνονται τα νερά από τις τριήρεις.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄντλος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άντλος», σσ. 99-100. https://navalhistory.gr/lexiko/αντλοσ/