αντιρρυπαντικός
-ή -ό, επίθ.
αυτός που έχει σχέση με την καταπολέμηση της ρύπανσης ή που δεν ρυπαίνει.
Ετυμολογία
< αντί- + ρύπαν(σις) + [κατάλ.] -τικός.
Επιρρήματα
αντιρρυπαντικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντιρρυπαντικός», σ. 98. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιρρυπαντικοσ/