navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αντίπορος

αντίπορος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που βρίσκεται πέρα από τον πορθμό ή από κάποιο θαλασσινή δίοδο [πόρο]
  2. [το ουδ. ως ουσ.] το αντίπορο, στενό πέρασμα στην απέναντι όχθη του ποταμού.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀντί-πορος, - ον, [= αυτός που βρίσκεται στην αντίπερα ακτή].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντίπορος», σ. 98. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιποροσ/