αντιπλημμυρικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που επιδιώκει με τον σχεδιασμό και την οργανωτική του δυνατότητα να περιορίσει ή και να εκμηδενίσει τις αρνητικές συνέπειες από τις πλημμύρες.
Ετυμολογία
< αντί + πλημμυρικός < πλημμυρίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντιπλημμυρικός», σ. 97. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιπλημμυρικοσ/