αντιπερικόχλιο
το, ουσ.

κόντρα παξιμάδι που συμπιέζει τα δύο περικόχλια και έτσι επιτυγχάνεται η ασφάλιση και σταθεροποίηση του περικόχλιου και του κοχλία.
Ετυμολογία
< αντι- + -περι- + -κόχλιο < κοχλιός < [αρχ.] κοχλίας [= 1. σαλιγκάρι, 2. βίδα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντιπερικόχλιο», σ. 97. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιπερικοχλιο/