αντικειμενικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που σχετίζεται με το αντικείμενο
- αυτός που καταγράφει όσο το δυνατόν πιο πιστά την πραγματικότητα χωρίς να επηρεάζεται από προσωπικές κρίσεις και συναισθηματισμούς
- (φρ) «αντικειμενική πραγματικότητα / αλήθεια / γνώση».
Ετυμολογία
< αντικείμεν(ον) + - [καταλ.] -ικός.
Επιρρήματα
αντικειμενικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντικειμενικός», σ. 96. https://navalhistory.gr/lexiko/αντικειμενικοσ/