αντηλιά
η, ουσ. [χωρίς πληθ.] και αντηλιάδα, η
α) ακτινοβολία που εκπέμπει μία επιφάνεια καθώς πέφτουν πάνω της φωτεινές ακτίνες κάποιας πηγής, β) φωτεινή ή θερμική ακτινοβολία που προέρχεται από την αντανάκλαση των ηλιακών ακτίνων, ηλιοβολία.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀντή λ(ιος) -ιά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντηλιά», σ. 95. https://navalhistory.gr/lexiko/αντηλια/