ανοιχτός
-ή, - ό, επίθ.
- αυτός που δεν είναι κλειστός, που δεν έχει κάποιο σφράγισμα ή καπάκι
- σχεδίαση ενδύματος, ντεκολτέ
- χωρίς εμπόδια, χωρίς δεσμεύσεις, ελεύθερος
- αυτός που είναι πάντοτε προσβάσιμος
- αυτός που συμπεριφέρεται: α) φιλικά, β) με ευθυμία
- (φρ.) «ανοιχτή θάλασσα / πίστωση / συμφωνία ναυαγιαιρεσίας / ασφάλεια / φορτωτική», «ανοιχτό αγκυροβόλιο / λιμάνι / ασφαλιστικό συμβόλαιο / ναυλοσύμφωνο / κύκλωμα».
Ετυμολογία
< ανοίγω.
Επιρρήματα
ανοιχτά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανοιχτός», σ. 92. https://navalhistory.gr/lexiko/ανοιχτοσ/