navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανοιχτός

ανοιχτός

-ή, - ό, επίθ.

  1. αυτός που δεν είναι κλειστός, που δεν έχει κάποιο σφράγισμα ή καπάκι
  2. σχεδίαση ενδύματος, ντεκολτέ
  3. χωρίς εμπόδια, χωρίς δεσμεύσεις, ελεύθερος
  4. αυτός που είναι πάντοτε προσβάσιμος
  5. αυτός που συμπεριφέρεται: α) φιλικά, β) με ευθυμία
  6. (φρ.) «ανοιχτή θάλασσα / πίστωση / συμφωνία ναυαγιαιρεσίας / ασφάλεια / φορτωτική», «ανοιχτό αγκυροβόλιο / λιμάνι / ασφαλιστικό συμβόλαιο / ναυλοσύμφωνο / κύκλωμα».

Ετυμολογία

< ανοίγω.

Επιρρήματα

ανοιχτά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανοιχτός», σ. 92. https://navalhistory.gr/lexiko/ανοιχτοσ/