άνοιξη
η, ουσ.

- μία από τις τέσσερις εποχές του έτους
- η εποχή της νεότητας
- η περίοδος της ακμής, της ανθοφορίας
- περίοδος αναγέννησης, δημιουργίας.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνοίγω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άνοιξη», σ. 92. https://navalhistory.gr/lexiko/ανοιξη/