ανεμοθραύστης
ο, ουσ.
κατασκευή που προφυλάσσει τον οδηγό της μοτοσυκλέτας ή τους επιβάτες του οχήματος και του σκάφους από τον άνεμο, συνών. παρμπρίζ, αλεξήνεμο [δες λ.].
Ετυμολογία
< άνεμος + -ο- + θραύστης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεμοθραύστης», σ. 88. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεμοθραυστησ/