navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αναψυχή

αναψυχή

η, ουσ.

η πνευματική ή ψυχική, ευχαρίστηση, ανάπαυση, ξεκούραση, ψυχαγωγία.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀναψυχή [= δρόσισμα, ανακούφιση].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναψυχή», σσ. 86-87. https://navalhistory.gr/lexiko/αναψυχη/