αναφορά
η, ουσ.
γραπτή ή προφορική έκθεση υπαλλήλου προς την προϊσταμένη του αρχή.
Ετυμολογία
< αναφέρω [= 1. γνωστοποιώ, 2. κάνω αναφορά, καταγγέλλω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναφορά», σ. 86. https://navalhistory.gr/lexiko/αναφορα/