αναυπήγητος
-η, -ο, επίθ.
(για πλοίο) εκείνο που ακόμη δεν ναυπηγήθηκε ή που δεν ολοκληρώθηκε η ναυπήγησή του, συνών. ασκάρωτος.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + ναυπηγώ.
Επιρρήματα
αναυπήγητα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναυπήγητος», σ. 86. https://navalhistory.gr/lexiko/αναυπηγητοσ/