navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άναυλος

άναυλος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δε ναυλώθηκε
  2. (για επιβάτη) αυτός που μπαίνει σε πλοίο χωρίς να πληρώσει ναύλο, δηλ. εισιτήριο, ο λαθρεπιβάτης
  3. (μτφ. ) ο αποδιωγμένος, αυτός που «έφυγε άναυλα» δηλ. βίαια.

Ετυμολογία

< ἀ- [στερητ.] + ναύλος.

Επιρρήματα

άναυλα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άναυλος», σ. 86. https://navalhistory.gr/lexiko/αναυλοσ/