αναρ(ρ)ούσα
Και: ανερρούσα
η, ουσ.
- η ορμητική επιστροφή των κυμάτων προς τα πίσω, δηλ. προς το εσωτερικό της θάλασσας, αφού πρώτα προσέκρουσαν στην ακτή
- θαλασσινός ανεμοστρόβιλος, η γνωστή δίνη, η ρουφήχτρα που σχηματίζουν τα κύματα όταν χτυπούν μεταξύ τους ή σε βράχο, συνών. νεροστρούφουλας.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀναρρέουσα, μτχ. του ρ. ἀναρρέω < ἀνά + ῥέω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναρ(ρ)ούσα και ανερρούσα», σ. 84. https://navalhistory.gr/lexiko/αναρρουσα-και-ανερρουσα/