navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αναποδιάζω

αναποδιάζω

ρ. [μετβ.]

  1. γίνομαι άνθρωπος δύσκολος, δύστροπος, ανάποδος στη συμπεριφορά, στραβόξυλο
  2. αλλάζω ριζικά.

Ετυμολογία

< ανάποδ(ος) + -ιάζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναποδιάζω», σ. 83. https://navalhistory.gr/lexiko/αναποδιαζω/