navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αναπνέω

αναπνέω

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. εισπνέω και εκπνέω αέρα
  2. υπάρχω, ζω
  3. ησυχάζω, ηρεμώ.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀναπνέω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναπνέω», σ. 82. https://navalhistory.gr/lexiko/αναπνεω/