αναπνέω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- εισπνέω και εκπνέω αέρα
- υπάρχω, ζω
- ησυχάζω, ηρεμώ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀναπνέω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναπνέω», σ. 82. https://navalhistory.gr/lexiko/αναπνεω/