αναθέτω
ρ. [μετβ.]
- δίνω εντολή σε κάποιον ή συμφωνώ μαζί του να αναλάβει την εκτέλεση ενός έργου
- εμπιστεύομαι σε κάποιον τη φροντίδα ενός θέματος
- χαρίζω κάτι σε κάποιον, δωρίζω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνατίθημι [= τοποθετώ βάρος, αφιερώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναθέτω», σ. 78. https://navalhistory.gr/lexiko/αναθετω/