navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αναθέτω

αναθέτω

ρ. [μετβ.]

  1. δίνω εντολή σε κάποιον ή συμφωνώ μαζί του να αναλάβει την εκτέλεση ενός έργου
  2. εμπιστεύομαι σε κάποιον τη φροντίδα ενός θέματος
  3. χαρίζω κάτι σε κάποιον, δωρίζω.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνατίθημι [= τοποθετώ βάρος, αφιερώνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναθέτω», σ. 78. https://navalhistory.gr/lexiko/αναθετω/