navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αναδύομαι

αναδύομαι

ρ. [αμετβ.]

  1. ανεβαίνω στην επιφάνεια, ανέρχομαι, αντών. καταδύομαι
  2. (μτφ.) εμφανίζομαι ξαφνικά, ξεπετιέμαι, συνών. ξεπροβάλλω, αναφαίνομαι.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀναδύομαι < ἀνα- + δύομαι [= εισέρχομαι].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναδύομαι», σ. 78. https://navalhistory.gr/lexiko/αναδυομαι/