αμφ(ι)- ή αμφί- [
μόριο
(γλωσσ.) πρώτο συνθετικό λέξεων της αρχαίας, μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής καθώς και πολλών επιστημονικών όρων, που δηλώνει: α) το εκατέρωθεν, και από τις δύο πλευρές, β) γύρω από κάτι, ολόγυρα.
Ετυμολογία
< αρχ. [πρόθεση ή επίρρημα] ἀμφί-.
Σύνθετα
αμφιβάλλω, αμφίβιος, αμφιβληστροειδής, αμφιθέατρο, αμφιθυμία, αμφιπρόστυλος, αμφιταλαντεύομαι, αμφίβιος, αμφίβολος, αμφίγλωσσος, αμφίδρομος, αμφίπλευρος, αμφίσημος, αμφίκυρτος κ.ά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμφ(ι)- ή αμφί- [», σ. 75. https://navalhistory.gr/lexiko/αμφι-η-αμφι/