άμορφος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν του έδωσαν ή που δεν πήρε την οριστική του μορφή, συνών. αδιαμόρφωτος, ασχημάτιστος, αφορμάριστος
- ο άσχημος, ο κακόγουστος.
Ετυμολογία
< ἀ- [στερητ.] + μορφή.
Επιρρήματα
άμορφα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άμορφος», σ. 73. https://navalhistory.gr/lexiko/αμορφοσ/