navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άμορφος

άμορφος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν του έδωσαν ή που δεν πήρε την οριστική του μορφή, συνών. αδιαμόρφωτος, ασχημάτιστος, αφορμάριστος
  2. ο άσχημος, ο κακόγουστος.

Ετυμολογία

< ἀ- [στερητ.] + μορφή.

Επιρρήματα

άμορφα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άμορφος», σ. 73. https://navalhistory.gr/lexiko/αμορφοσ/