navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αμοιβαίος

αμοιβαίος

-α, -ο, επίθ.

  1. αυτός που υπάρχει ή γίνεται εναλλακτικά ή με ανταπόδοση
  2. (φρ.) «αμοιβαίο κεφάλαιο», τύπος οικονομικής επένδυσης.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀμοιβαῖος < ἀμοιβή.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμοιβαίος», σ. 72. https://navalhistory.gr/lexiko/αμοιβαιοσ/