αμοιβαίος
-α, -ο, επίθ.
- αυτός που υπάρχει ή γίνεται εναλλακτικά ή με ανταπόδοση
- (φρ.) «αμοιβαίο κεφάλαιο», τύπος οικονομικής επένδυσης.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀμοιβαῖος < ἀμοιβή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμοιβαίος», σ. 72. https://navalhistory.gr/lexiko/αμοιβαιοσ/