αμισθί
επίρρ.
χωρίς μισθό.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀμισθί, επίρρ. του ἄμισθος [= χωρίς την ανταμοιβή των χρημάτων, σε Πλούτ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμισθί», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμισθι/