αμβλύς
-εία, -ύ, επίθ.
- αυτός που δεν είναι μυτερός, δεν είναι κοφτερός
- (μτφ.) α) αυτός που είναι εξασθενημένος, β) ήπιος, μαλακός
- (γεωμ.) «αμβλεία γωνία», η γωνία εκείνη που είναι μεγαλύτερη από 90ο.
Ετυμολογία
< αρχ. επίθ. ἀμβλύς, -εῖα, -ύ, [= 1. μαλακός, ήπιος, 2. αυτός -για εργαλείο- που δεν είναι κοφτερός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμβλύς», σ. 70. https://navalhistory.gr/lexiko/αμβλυσ/