navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλμοδοχείο

αλμοδοχείο

το, ουσ.

δοχείο που περιέχει αλατόνερο.

Ετυμολογία

< άλμ(η) -ο- + δοχείο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλμοδοχείο», σ. 67. https://navalhistory.gr/lexiko/αλμοδοχειο/