αλμανάκ
το, άκλ. ουσ.
- (λογοτ.) ετήσια επιστημονική και εγκυκλοπαιδική έκδοση που περιλαμβάνει, ημερολόγιο της επόμενης χρονιάς με τη θέση των πλανητών, επίσης εκκλησιαστικό εορτολόγιο, με συμβουλές προς τους χωρικούς, ενημέρωση για μετεωρολογικά φαινόμενα και πολλά άλλα θέματα
- ημεροδείκτης.
Ετυμολογία
< γαλλ. almanach < λατιν. almanachus < αραβ. al-manakh [= αρίθμηση].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλμανάκ», σ. 67. https://navalhistory.gr/lexiko/αλμανακ/