αλισ(ι)βερίσι
Και: αλισφερίσι
το, ουσ. [γεν. αλισβερισιού, -ιών] [λαϊκότροπο]
- (οικον.) δοσοληψία, εμπορική συναλλαγή, συνών. δούναι και λαβείν, πάρε δώσε, νταραβέρι και νταλαβέρι [< ιταλ.]
- (συνεκδ.) κάθε μορφή συναλλαγής ή σχέσης.
Ετυμολογία
< τουρκ. alιşveriş [= πάρε δώσε] < alιş [= παραλαβή, πάρσιμο, αγορά] + veriş [= χορήγηση, παροχή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλισ(ι)βερίσι και αλισφερίσι», σ. 65. https://navalhistory.gr/lexiko/αλισιβερισι-και-αλισφερισι/