αλιεύω
ρ. [μετβ.]
- ψαρεύω
- (μτφ.) περισυλλέγω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἁλιεύω.
Παράγωγα
αλιευτικός, αλίευση, αλίευμα, αλιεία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλιεύω», σ. 65. https://navalhistory.gr/lexiko/αλιευω/