navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλιεύς

αλιεύς

ο, ουσ.

ο ψαράς, ο αλιευτής.

Ετυμολογία

< αρχ. ἁλιεύς < ἃλιος [= θαλάσσιος] < ἃλς [= θάλασσα, σε Όμηρ.], γεν. ἁλός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλιεύς», σ. 65. https://navalhistory.gr/lexiko/αλιευσ/