άλγη
η, ουσ. [πληθ. τα άλγη]
(βιολ.) υδρόβιοι φυτικοί οργανισμοί, συνήθως φύκια, που προσκολλώνται στη γάστρα του πλοίου και μειώνουν την ταχύτητά του.
Ετυμολογία
< γαλλ. algue < λατιν. alga.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άλγη», σ. 62. https://navalhistory.gr/lexiko/αλγη/