ακύρωση
η, ουσ.
ανάκληση, κατάργηση, (φρ.) «ακύρωση προκήρυξης / δικαιοπραξίας / συμβολαίου / συμφωνίας / διαθήκης / εισιτηρίου / νόμου / διαγωνισμού / εκλογής / γάμου / διατάγματος» κ.ά.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀκύρω(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακύρωση», σ. 61. https://navalhistory.gr/lexiko/ακυρωση/