navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακτοφυλακή

ακτοφυλακή

η, ουσ.

  1. η επίβλεψη και φύλαξη των ακτών
  2. Ακτοφυλακή, κρατική υπηρεσία με καθήκον την φύλαξη των ακτών αλλά και των θαλασσίων συνόρων, συνών. ακτοφρουρά.

Ετυμολογία

< ακτή + φυλακή.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακτοφυλακή», σ. 61. https://navalhistory.gr/lexiko/ακτοφυλακη/