ακτίνα
Και: αχτίνα
η, ουσ.

- φωτεινή γραμμή που προέρχεται από σώμα που εκπέμπει φως
- (γεωμ.) το ευθύγραμμο τμήμα που αρχίζει από το κέντρο του κύκλου και καταλήγει στην περιφέρεια
- η ευθύγραμμη πορεία που διαγράφει η ενέργεια από ένα σώμα στο άλλο
- (φρ.) «ακτίνα ενέργειας», η απόσταση που διανύει ένα σκάφος με προκαθορισμένη ταχύτητα και χωρίς ανεφοδιασμό καυσίμων, «ακτίνα κύκλου», «ηλεκτρομαγνητικές ακτίνες», «ακτίνες Χ», «ακτίνα δράσης», «ακτίνα αστρονομική» κ.ά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀκτίς, γεν. - ῖνος.
Σύνθετα
ακτινοβολία, ακτινογραφία, ακτινοδιαγνωστική, ακτινοθεραπεία, ακτινοθεραπευτής, ακτινολογία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακτίνα και αχτίνα», σ. 60. https://navalhistory.gr/lexiko/ακτινα-και-αχτινα/