ακροφύσιο
το, ουσ.
κωνικό, συνήθως, μεταλλικό στόμιο [άκρο] σωλήνα, από το οποίο εξέρχεται ο αέρας, ο ατμός, το υγρό ή το καύσιμο υλικό, επιτυγχάνοντας καλύτερη στόχευση με αύξηση της πίεσης του εκτοξευόμενου, συνών. μπεκ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀκροφύσιον [= έμβολο ή σωλήνας φυσερού].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακροφύσιο», σ. 59. https://navalhistory.gr/lexiko/ακροφυσιο/