άκρος
α, -ο(ν), επίθ.
- ακραίος
- αυτός που φτάνει στον υψηλότερο βαθμό, ή στο υψηλότερο σημείο, κορυφαίος
- αυτός που ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια, συνών. υπέρμετρος, υπερβολικός, (φρ.) «ἄκρον ἄωτον» [< ἄκρος + ἄωτον / ἄωτος = η απεραντοσύνη].
Ετυμολογία
< αρχ. ἄκρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άκρος», σ. 59. https://navalhistory.gr/lexiko/ακροσ/